διάλεκτος
[ðiˈalektos]существительноеη · женский родB1
Значения
1
диалект, говор
dialect, regional variety of a language · η κρητική διάλεκτος — критский диалект
2
язык, речь, способ выражения
language, speech, manner of expression · η διάλεκτος της τέχνης — язык искусства
Грамматика
Ед. ч.
им.
η διάλεκτος
вин.
τη διάλεκτο
род.
της διαλέκτου
зват.
διάλεκτε
Мн. ч.
им.
οι διάλεκτοι
вин.
τις διαλέκτους
род.
των διαλέκτων
зват.
διάλεκτοι
Примеры
Στην Ελλάδα υπάρχουν πολλές διάλεκτοι.
В Греции существует много диалектов. · There are many dialects in Greece.
Η κρητική διάλεκτος είναι πολύ ενδιαφέρουσα.
Критский диалект очень интересный. · The Cretan dialect is very interesting.
Μιλάει την κυπριακή διάλεκτο μετά από χρόνια.
После долгих лет он говорит на кипрском диалекте. · After years away, he speaks the Cypriot dialect.
Η διάλεκτος της ποίησης διαφέρει από την κοινή.
Язык поэзии отличается от обыденной речи. · The language of poetry differs from everyday speech.