διάλειμμα
[ðiˈalima]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
перерыв, пауза (в работе, деятельности)
break, interval (in work or activity) · διάλειμμα στη δουλειά — перерыв на работе
2
антракт (в театре, кино)
intermission (in theatre or cinema) · διάλειμμα στο θέατρο — антракт в театре
3
просвет, промежуток (в пространстве или времени)
gap, interval (in space or time) · διάλειμμα ανάμεσα στα σπίτια — промежуток между домами
Грамматика
Ед. ч.
им.
το διάλειμμα
вин.
το διάλειμμα
род.
του διαλείμματος
зват.
διάλειμμα
Мн. ч.
им.
τα διαλείμματα
вин.
τα διαλείμματα
род.
των διαλειμμάτων
зват.
διαλείμματα
Примеры
Έχουμε δεκαπέντε λεπτά διάλειμμα το πρωί.
У нас есть пятнадцать минут перерыва с утра. · We have a fifteen-minute break in the morning.
Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος πήγαμε για καφέ.
Во время антракта мы пошли пить кофе. · During the intermission we went for coffee.
Υπάρχει ένα μικρό διάλειμμα ανάμεσα στα δύο κτίρια.
Между двумя зданиями есть небольшой просвет. · There is a small gap between the two buildings.
Τα διαλείμματα του σχολείου είναι πολύ σύντομα.
Школьные перерывы очень короткие. · School breaks are very short.