Греческий словарь
с грамматикой

διάκριση

[ðiˈakrisi]существительноеη · женский родB2

Значения

1
различие, отличие
distinction, difference · διάκριση μεταξύ δύο πραγμάτων — различие между двумя вещами
2
дискриминация
discrimination · διάκριση με βάση το χρώμα — дискриминация по цвету кожи
3
честь, признание
honor, distinction (recognition) · λάβει διάκριση για το έργο του — получить честь за свою работу

Грамматика

Ед. ч.
им.
η διάκριση
вин.
τη διάκριση
род.
της διάκρισης
зват.
διάκριση
Мн. ч.
им.
οι διακρίσεις
вин.
τις διακρίσεις
род.
των διακρίσεων
зват.
διακρίσεις

Примеры

Η διάκριση μεταξύ καλού και κακού είναι σημαντική.
Различие между добром и злом важно. · The distinction between good and evil is important.
Η νομοθεσία απαγορεύει τη διάκριση στην εργασία.
Закон запрещает дискриминацию на работе. · The law prohibits discrimination in the workplace.
Έλαβε πολλές διακρίσεις για τις επιστημονικές του ανακαλύψεις.
Он получил много почестей за свои научные открытия. · He received many honors for his scientific discoveries.
Δεν υπάρχει σαφή διάκριση ανάμεσα στα δύο στυλ.
Нет четкого различия между двумя стилями. · There is no clear distinction between the two styles.