Греческий словарь
с грамматикой

διάκονος

[ðiˈakɔnɔs]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
диакон (церковный служитель)
deacon (church official) · ο διάκονος της εκκλησίας — диакон церкви
2
служитель, помощник
servant, attendant · διάκονος του βασιλιά — слуга царя

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο διάκονος
вин.
τον διάκονο
род.
του διακόνου
зват.
διάκονε
Мн. ч.
им.
οι διάκονοι
вин.
τους διακόνους
род.
των διακόνων
зват.
διάκονοι

Примеры

Ο διάκονος βοηθά τον ιερέα στη λειτουργία.
Диакон помогает священнику во время богослужения. · The deacon assists the priest during the liturgy.
Στην αρχαία Ελλάδα, ο διάκονος ήταν υπηρέτης του κυρίου.
В древней Греции диакон был слугой господина. · In ancient Greece, the deacon was a master's servant.
Οι διάκονοι της εκκλησίας συγκέντρωσαν δωρεές για τους φτωχούς.
Диаконы церкви собрали пожертвования для бедных. · The church deacons collected donations for the poor.