Греческий словарь
с грамматикой

διάγω

[ˈðjaɣo]глаголгруппа А (безударное -ω)неправильныйB1

Значения

1
проводить, проживать (жизнь, время)
to live, to pass (one's life, time) · διάγει ήσυχη ζωή — проводит спокойную жизнь
2
проводить (собрание, экзамен, процесс)
to conduct, to hold (a meeting, exam, process) · διάγουν εκλογές — проводят выборы

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διάγω
εσύ
διάγεις
αυτός
διάγει
εμείς
διάγουμε
εσείς
διάγετε
αυτοί
διάγουν
Аорист
εγώ
διήγαγα
εσύ
διήγαγες
αυτός
διήγαγε
εμείς
διηγάγαμε
εσείς
διηγάγατε
αυτοί
διήγαγαν
Будущее
εγώ
θα διάγω
εσύ
θα διάγεις
αυτός
θα διάγει
εμείς
θα διάγουμε
εσείς
θα διάγετε
αυτοί
θα διάγουν

Примеры

Διάγει μια πολύ απλή και ήρεμη ζωή στο χωριό.
Он проводит очень простую и спокойную жизнь в деревне. · He lives a very simple and peaceful life in the village.
Την περασμένη εβδομάδα διήγαγαν σημαντικές συνέντευξης.
На прошлой неделе провели важные интервью. · Last week they conducted important interviews.
Πώς διάγετε τις διακοπές σας φέτος;
Как вы проводите свой отпуск в этом году? · How are you spending your vacation this year?
Θα διάγουν τις εξετάσεις στο νέο κτήριο.
Экзамены будут проводиться в новом здании. · The exams will be held in the new building.