Греческий словарь
с грамматикой

διάγραμμα

[ðiˈaɣrama]существительноеτο · средний родB1

Значения

1
диаграмма, график
diagram, chart, graph · διάγραμμα γραφικών παραστάσεων — диаграмма графических представлений
2
схема, чертёж
schematic drawing, blueprint · διάγραμμα του κτιρίου — схема здания

Грамматика

Ед. ч.
им.
το διάγραμμα
вин.
το διάγραμμα
род.
του διαγράμματος
зват.
διάγραμμα
Мн. ч.
им.
τα διαγράμματα
вин.
τα διαγράμματα
род.
των διαγραμμάτων
зват.
διαγράμματα

Примеры

Το διάγραμμα δείχνει την πώληση των προϊόντων.
Диаграмма показывает продажи продуктов. · The diagram shows product sales.
Σχεδίασε ένα διάγραμμα της διαδικασίας.
Он нарисовал схему процесса. · He drew a schematic of the process.
Τα διαγράμματα της παρουσίασης ήταν πολύ σαφή.
Графики в презентации были очень ясными. · The charts in the presentation were very clear.