διάγνωση
[ðiˈaɣnosi]существительноеη · женский родB1
Значения
1
диагноз
diagnosis · η διάγνωση του γιατρού — диагноз врача
2
определение, выявление
identification, determination · διάγνωση του προβλήματος — выявление проблемы
Грамматика
Ед. ч.
им.
η διάγνωση
вин.
τη διάγνωση
род.
της διάγνωσης
зват.
διάγνωση
Мн. ч.
им.
οι διαγνώσεις
вин.
τις διαγνώσεις
род.
των διαγνώσεων
зват.
διαγνώσεις
Примеры
Ο γιατρός έκανε τη διάγνωση γρήγορα.
Врач поставил диагноз быстро. · The doctor made the diagnosis quickly.
Η διάγνωση του καρδιακού προβλήματος ήταν δύσκολη.
Выявление проблемы с сердцем было сложным. · The identification of the heart problem was difficult.
Έχουμε διαφορετικές διαγνώσεις για το ίδιο σύμπτωμα.
У нас разные диагнозы для одного и того же симптома. · We have different diagnoses for the same symptom.
Χρειάζονται περισσότερες εξετάσεις για τη διάγνωση.
Нужны дополнительные обследования для диагноза. · More tests are needed for the diagnosis.