Греческий словарь
с грамматикой

διάβολος

[ðiˈavolo]существительноеο · мужской родA2

Значения

1
дьявол, сатана
devil, Satan · ο διάβολος και οι άγγελοι — дьявол и ангелы
2
злой, коварный человек
a devilish or wicked person · Αυτός ο άνθρωπος είναι διάβολος — Этот человек — подлец

Грамматика

Ед. ч.
им.
o διάβολος
вин.
το διάβολο
род.
του διαβόλου
зват.
διάβολε
Мн. ч.
им.
οι διάβολοι
вин.
τους διαβόλους
род.
των διαβόλων
зват.
διάβολοι

Примеры

Ο διάβολος είναι το σύμβολο του κακού.
Дьявол — это символ зла. · The devil is the symbol of evil.
Στη θρησκεία, ο διάβολος αντιπροσωπεύει την πείρασμό.
В религии дьявол олицетворяет искушение. · In religion, the devil represents temptation.
Θεέ μου, τι διάβολο κάνει αυτός;
Боже мой, что, черт возьми, он делает? · My God, what the devil is he doing?
Οι διάβολοι δεν υπάρχουν, είναι μόνο στις ιστορίες.
Дьяволы не существуют, они только в рассказах. · Devils don't exist, they're only in stories.