Греческий словарь
с грамматикой

δημοψήφισμα

[ðimoˈpsiːfizma]существительноеτο · средний родC1

Значения

1
референдум, всенародное голосование
referendum, public vote · ψηφίζουν οι πολίτες — граждане голосуют

Грамматика

Ед. ч.
им.
το δημοψήφισμα
вин.
το δημοψήφισμα
род.
του δημοψηφίσματος
зват.
δημοψήφισμα
Мн. ч.
им.
τα δημοψηφίσματα
вин.
τα δημοψηφίσματα
род.
των δημοψηφισμάτων
зват.
δημοψηφίσματα

Примеры

Το δημοψήφισμα διεξήχθη την περασμένη Κυριακή.
Референдум прошёл в прошлое воскресенье. · The referendum was held last Sunday.
Οι πολίτες ψήφισαν στο δημοψήφισμα για το νέο σύνταγμα.
Граждане голосовали на референдуме по новой конституции. · Citizens voted in the referendum on the new constitution.
Τα αποτελέσματα των δημοψηφισμάτων ήταν σαφή.
Результаты референдумов были ясны. · The results of the referendums were clear.