δημοφιλία
[ðimofiˈlia]существительноеη · женский родB2
Значения
1
популярность, известность среди населения
popularity, fame among the public · ο ηθοποιός απολαμβάνει μεγάλης δημοφιλίας — актёр пользуется большой популярностью
Грамматика
Ед. ч.
им.
η δημοφιλία
вин.
την δημοφιλία
род.
της δημοφιλίας
зват.
δημοφιλία
Мн. ч.
им.
οι δημοφιλίες
вин.
τις δημοφιλίες
род.
των δημοφιλιών
зват.
δημοφιλίες
Примеры
Η δημοφιλία του ηθοποιού αυξήθηκε μετά το νέο φιλμ.
Популярность актёра возросла после нового фильма. · The actor's popularity increased after the new film.
Απολαμβάνει μεγάλης δημοφιλίας στο κοινό.
Пользуется большой популярностью среди публики. · He enjoys considerable popularity with audiences.
Η δημοφιλία της σειράς στην τηλεόραση είναι ανάλογη με τις καλές βαθμολογίες.
Популярность телесериала соответствует хорошим рейтингам. · The series' popularity corresponds to its high ratings.