δημοσιότητα
[ðimosˈjotita]существительноеη · женский родB1
Значения
1
публичность, гласность
publicity, public attention · η δημοσιότητα των μέσων — публичность средств массовой информации
2
известность, популярность
fame, notoriety · αποκτά δημοσιότητα — получает известность
Грамматика
Ед. ч.
им.
η δημοσιότητα
вин.
την δημοσιότητα
род.
της δημοσιότητας
зват.
δημοσιότητα
Мн. ч.
им.
οι δημοσιότητες
вин.
τις δημοσιότητες
род.
των δημοσιοτήτων
зват.
δημοσιότητες
Примеры
Η δημοσιότητα βοήθησε στην εταιρεία να αναπτυχθεί.
Публичность помогла компании развиться. · Publicity helped the company grow.
Ο ηθοποιός ζητούσε περισσότερη δημοσιότητα για τη νέα του ταινία.
Актёр искал большей известности для своего нового фильма. · The actor sought more publicity for his new film.
Η δημοσιότητα του σκανδάλου ήταν καταστροφική για την πολιτική του.
Гласность скандала была разрушительной для его политической карьеры. · The exposure of the scandal was devastating to his political career.
Δεν θέλει δημοσιότητα και προτιμά να ζει ήσυχα.
Он не хочет известности и предпочитает жить спокойно. · He doesn't want attention and prefers to live quietly.