Греческий словарь
с грамматикой

δημοσιοποιώ

[ðimosjoˈpjo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)C1

Значения

1
делать общественным достоянием, обнародовать, опубликовать
make public, disclose, publish · δημοσιοποιώ ένα έγγραφο — обнародовать документ

Грамматика

Настоящее время
εγώ
δημοσιοποιώ
εσύ
δημοσιοποιείς
αυτός
δημοσιοποιεί
εμείς
δημοσιοποιούμε
εσείς
δημοσιοποιείτε
αυτοί
δημοσιοποιούν
Аорист
εγώ
δημοσιοποίησα
εσύ
δημοσιοποίησες
αυτός
δημοσιοποίησε
εμείς
δημοσιοποιήσαμε
εσείς
δημοσιοποιήσατε
αυτοί
δημοσιοποίησαν
Будущее
εγώ
θα δημοσιοποιήσω
εσύ
θα δημοσιοποιήσεις
αυτός
θα δημοσιοποιήσει
εμείς
θα δημοσιοποιήσουμε
εσείς
θα δημοσιοποιήσετε
αυτοί
θα δημοσιοποιήσουν

Примеры

Η κυβέρνηση δημοσιοποίησε τα αποχρωματικά έγγραφα.
Правительство обнародовало рассекреченные документы. · The government disclosed the declassified documents.
Θα δημοσιοποιήσουν τα αποτελέσματα της έρευνας αύριο.
Они опубликуют результаты исследования завтра. · They will publish the research findings tomorrow.
Δεν θέλουν να δημοσιοποιούν τις προσωπικές πληροφορίες.
Они не хотят разглашать личную информацию. · They don't want to disclose personal information.