Греческий словарь
с грамматикой

δημοσιογραφικός

[ðimosjoɣrafiˈkos]прилагательноеB2

Значения

1
журналистский, относящийся к журналистике
journalistic, relating to journalism · δημοσιογραφικά δικαιώματα — журналистские права
2
относящийся к журналистам или их работе
of or concerning journalists · δημοσιογραφική έρευνα — журналистское расследование

Грамматика

мужской род
им.
δημοσιογραφικός
вин.
δημοσιογραφικό
род.
δημοσιογραφικού
зват.
δημοσιογραφικέ
женский род
им.
δημοσιογραφική
вин.
δημοσιογραφική
род.
δημοσιογραφικής
зват.
δημοσιογραφική
средний род
им.
δημοσιογραφικό
вин.
δημοσιογραφικό
род.
δημοσιογραφικού
зват.
δημοσιογραφικό

Примеры

Η δημοσιογραφική αποστολή είναι η αναζήτηση της αλήθειας.
Журналистская миссия — это поиск истины. · The journalistic mission is the pursuit of truth.
Δημοσιογραφικές πηγές επιβεβαίωσαν τα νέα.
Журналистские источники подтвердили новость. · Journalistic sources confirmed the news.
Το δημοσιογραφικό κίνημα προστατεύει την ελευθερία του τύπου.
Журналистское движение защищает свободу прессы. · The journalistic movement protects freedom of the press.
Διαμαρτυρήθηκε δημοσιογραφικά για τις παραβιάσεις.
Он публично в журналистском ключе протестовал против нарушений. · He publicly protested against the violations in journalistic fashion.