Греческий словарь
с грамматикой

δημοσιογραφία

[ðimosioɣraˈfia]существительноеη · женский родB1

Значения

1
журналистика
journalism · δημοσιογραφία είναι μια σημαντική επαγγελία — журналистика — это важная профессия
2
журналистское дело, журналистская деятельность
journalistic work, the practice of journalism · ασχολείται με δημοσιογραφία για είκοσι χρόνια — занимается журналистикой уже двадцать лет

Грамматика

Ед. ч.
им.
η δημοσιογραφία
вин.
τη δημοσιογραφία
род.
της δημοσιογραφίας
зват.
δημοσιογραφία
Мн. ч.
им.
οι δημοσιογραφίες
вин.
τις δημοσιογραφίες
род.
των δημοσιογραφιών
зват.
δημοσιογραφίες

Примеры

Η δημοσιογραφία είναι ένα απαιτητικό επάγγελμα.
Журналистика — это требовательная профессия. · Journalism is a demanding profession.
Σπούδασε δημοσιογραφία στο πανεπιστήμιο.
Изучал журналистику в университете. · He studied journalism at university.
Η ποιότητα της δημοσιογραφίας έχει μειωθεί.
Качество журналистики снизилось. · The quality of journalism has declined.
Εργάζεται στη δημοσιογραφία για δεκαπέντε χρόνια.
Работает в журналистике пятнадцать лет. · She has worked in journalism for fifteen years.