δημοσιογράφος
[ðimosioˈɣrafos]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
журналист
journalist · δημοσιογράφος της τηλεόρασης — телевизионный журналист
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο δημοσιογράφος
вин.
τον δημοσιογράφο
род.
του δημοσιογράφου
зват.
δημοσιογράφε
Мн. ч.
им.
οι δημοσιογράφοι
вин.
τους δημοσιογράφους
род.
των δημοσιογράφων
зват.
δημοσιογράφοι
Примеры
Ο δημοσιογράφος συνέντευξε τον πρόεδρο.
Журналист взял интервью у президента. · The journalist interviewed the president.
Η δημοσιογράφος δημοσιεύει άρθρα κάθε εβδομάδα.
Журналистка публикует статьи каждую неделю. · The journalist publishes articles every week.
Οι δημοσιογράφοι ερευνούν το σκάνδαλο.
Журналисты расследуют скандал. · The journalists are investigating the scandal.
Συνομίλησα με δύο δημοσιογράφους χθες.
Я разговаривал вчера с двумя журналистами. · I spoke with two journalists yesterday.