Греческий словарь
с грамматикой

δημοσίευση

[ðimoˈsi.evsɪ]существительноеη · женский родB1

Значения

1
публикация, опубликование
publication, publishing · η δημοσίευση ενός άρθρου — публикация статьи
2
опубликованное произведение, статья
published work, article · μια επιστημονική δημοσίευση — научная публикация

Грамматика

Ед. ч.
им.
η δημοσίευση
вин.
τη δημοσίευση
род.
της δημοσίευσης
зват.
δημοσίευση
Мн. ч.
им.
οι δημοσιεύσεις
вин.
τις δημοσιεύσεις
род.
των δημοσιεύσεων
зват.
δημοσιεύσεις

Примеры

Η δημοσίευση του βιβλίου είναι προγραμματισμένη για το φθινόπωρο.
Публикация книги запланирована на осень. · The book's publication is scheduled for autumn.
Διάβασα την τελευταία δημοσίευση του για την κλιματική αλλαγή.
Я прочитал его последнюю статью об изменении климата. · I read his latest publication on climate change.
Οι δημοσιεύσεις της στο περιοδικό έχουν μεγάλη επιρροή.
Её публикации в журнале имеют большое влияние. · Her publications in the journal have great influence.