δημοκρατικός
[ðimoˈkratikós]прилагательноеB2
Значения
1
демократический, относящийся к демократии
democratic, relating to democracy · δημοκρατική κυβέρνηση — демократическое правительство
2
демократичный, подчиняющийся принципам демократии
democratic, operating by democratic principles · δημοκρατική διαδικασία — демократический процесс
Грамматика
мужской род
им.
δημοκρατικός
вин.
δημοκρατικό
род.
δημοκρατικού
зват.
δημοκρατικέ
женский род
им.
δημοκρατική
вин.
δημοκρατική
род.
δημοκρατικής
зват.
δημοκρατική
средний род
им.
δημοκρατικό
вин.
δημοκρατικό
род.
δημοκρατικού
зват.
δημοκρατικό
Примеры
Η δημοκρατική κυβέρνηση εξασφαλίζει τα δικαιώματα των πολιτών.
Демократическое правительство гарантирует права граждан. · The democratic government safeguards the rights of citizens.
Πίστευε στις δημοκρατικές αξίες και στην ελευθερία λόγου.
Он верил в демократические ценности и свободу слова. · He believed in democratic values and freedom of speech.
Η δημοκρατική διαδικασία απαιτεί διαφάνεια και συμμετοχή.
Демократический процесс требует прозрачности и участия. · The democratic process requires transparency and participation.
Οι δημοκρατικές χώρες συνεργάζονται για την ειρήνη.
Демократические страны сотрудничают ради мира. · Democratic countries cooperate for peace.