δημοκρατία
[ðimokraˈti.a]существительноеη · женский родB1
Значения
1
демократия (форма государственного устройства)
democracy (form of government) · κυβέρνηση από τον λαό — правление народом
Грамматика
Ед. ч.
им.
η δημοκρατία
вин.
την δημοκρατία
род.
της δημοκρατίας
зват.
δημοκρατία
Мн. ч.
им.
οι δημοκρατίες
вин.
τις δημοκρατίες
род.
των δημοκρατιών
зват.
δημοκρατίες
Примеры
Η δημοκρατία απαιτεί ενεργό συμμετοχή των πολιτών.
Демократия требует активного участия граждан. · Democracy requires active participation of citizens.
Πολλές χώρες υιοθέτησαν τη δημοκρατία τον 20ό αιώνα.
Многие страны приняли демократию в XX веке. · Many countries adopted democracy in the 20th century.
Οι δημοκρατίες αντιμετωπίζουν σήμερα πολλές προκλήσεις.
Демократии сегодня сталкиваются со многими вызовами. · Democracies today face many challenges.
Ο σεβασμός προς τις δημοκρατικές αρχές είναι σημαντικός.
Уважение к демократическим принципам важно. · Respect for democratic principles is important.