Греческий словарь
с грамматикой

δημοκράτης

[ðimoˈkratis]существительноеο · мужской родB2

Значения

1
демократ, сторонник демократии
democrat, advocate of democracy · άνθρωπος που πιστεύει στη δημοκρατία — человек, верующий в демократию

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο δημοκράτης
вин.
τον δημοκράτη
род.
του δημοκράτη
зват.
δημοκράτη
Мн. ч.
им.
οι δημοκράτες
вин.
τους δημοκράτες
род.
των δημοκρατών
зват.
δημοκράτες

Примеры

Ήταν πλήρης δημοκράτης και φίλος της ελευθερίας.
Он был убеждённый демократ и сторонник свободы. · He was a committed democrat and a friend of liberty.
Οι δημοκράτες της χώρας συγκεντρώθηκαν για συζήτηση.
Демократы страны собрались на обсуждение. · The democrats of the country gathered for discussion.
Κάθε δημοκράτη πρέπει να σέβεται τα δικαιώματα των άλλων.
Каждый демократ должен уважать права других. · Every democrat should respect the rights of others.