δημογραφικός
[ðimoɣraˈfikos]прилагательноеB2
Значения
1
демографический
demographic · δημογραφικά δεδομένα — демографические данные
Грамматика
мужской род
им.
δημογραφικός
вин.
δημογραφικό
род.
δημογραφικού
зват.
δημογραφικέ
женский род
им.
δημογραφική
вин.
δημογραφική
род.
δημογραφικής
зват.
δημογραφική
средний род
им.
δημογραφικό
вин.
δημογραφικό
род.
δημογραφικού
зват.
δημογραφικό
Примеры
Η δημογραφική κρίση είναι σημαντικό πρόβλημα για την Ευρώπη.
Демографический кризис — это серьезная проблема для Европы. · The demographic crisis is a significant problem for Europe.
Τα δημογραφικά στοιχεία δείχνουν πτώση του πληθυσμού.
Демографические данные показывают снижение населения. · Demographic figures show a population decline.
Οι δημογραφικές αλλαγές επηρεάζουν την οικονομία και την κοινωνία.
Демографические изменения влияют на экономику и общество. · Demographic changes affect the economy and society.