δημιούργημα
[ðimiˈurʝima]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
создание, творение, произведение
creation, work, product · ένα λογοτεχνικό δημιούργημα — литературное произведение
2
творение (результат творческого процесса)
creative output, artistic creation · τα δημιουργήματα του καλλιτέχνη — творения художника
Грамматика
Ед. ч.
им.
το δημιούργημα
вин.
το δημιούργημα
род.
του δημιουργήματος
зват.
δημιούργημα
Мн. ч.
им.
τα δημιουργήματα
вин.
τα δημιουργήματα
род.
των δημιουργημάτων
зват.
δημιουργήματα
Примеры
Αυτό το μυθιστόρημα είναι το καλύτερο δημιούργημα του συγγραφέα.
Этот роман — лучшее произведение писателя. · This novel is the writer's greatest work.
Τα δημιουργήματα της μουσικού εκτιμώνται σε όλο τον κόσμο.
Произведения этой композиторки ценятся во всём мире. · This composer's creations are appreciated worldwide.
Η ταινία είναι ένα εντυπωσιακό δημιούργημα της τέχνης του κινηματογράφου.
Фильм — впечатляющее творение кинематографического искусства. · The film is a striking achievement in cinema.