Греческий словарь
с грамматикой

δημιουργώ

[ðimioˈurɣo]глаголB1

Значения

1
создавать, творить, создать
to create, to make, to produce · δημιουργώ ένα έργο τέχνης — создаю произведение искусства
2
основывать, учреждать
to establish, to found, to set up · δημιουργώ μια εταιρεία — основываю компанию
3
вызывать, порождать (чувства, впечатления)
to cause, to create (feelings, impressions) · δημιουργώ προβλήματα — создаю проблемы

Грамматика

Настоящее время
εγώ
δημιουργώ
εσύ
δημιουργείς
αυτός
δημιουργεί
εμείς
δημιουργούμε
εσείς
δημιουργείτε
αυτοί
δημιουργούν
Аорист
εγώ
δημιούργησα
εσύ
δημιούργησες
αυτός
δημιούργησε
εμείς
δημιουργήσαμε
εσείς
δημιουργήσατε
αυτοί
δημιούργησαν
Будущее
εγώ
θα δημιουργήσω
εσύ
θα δημιουργήσεις
αυτός
θα δημιουργήσει
εμείς
θα δημιουργήσουμε
εσείς
θα δημιουργήσετε
αυτοί
θα δημιουργήσουν

Примеры

Ο καλλιτέχνης δημιουργεί όμορφα έργα.
Художник создаёт красивые произведения. · The artist creates beautiful works.
Δημιούργησαν μια νέα εταιρεία πέρυσι.
Они основали новую компанию в прошлом году. · They established a new company last year.
Αυτή η απόφαση δημιουργεί πολλές δυσκολίες.
Это решение создаёт много трудностей. · This decision creates many difficulties.
Θα δημιουργήσουν καινούργιες θέσεις εργασίας.
Они создадут новые рабочие места. · They will create new job positions.