δημιουργός
[ðimiorˈɣos]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
творец, создатель
creator, maker · ο δημιουργός του έργου — создатель произведения
2
художник, композитор, писатель (тот, кто творит искусство)
artist, composer, writer (one who creates art) · δημιουργός της μουσικής — творец музыки
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο δημιουργός
вин.
τον δημιουργό
род.
του δημιουργού
зват.
δημιουργέ
Мн. ч.
им.
οι δημιουργοί
вин.
τους δημιουργούς
род.
των δημιουργών
зват.
δημιουργοί
Примеры
Ο δημιουργός του φιλμ είναι διάσημος σκηνοθέτης.
Создатель фильма — известный режиссёр. · The creator of the film is a famous director.
Οι δημιουργοί αυτής της σειράς έκαναν εξαιρετική δουλειά.
Авторы этого сериала проделали исключительную работу. · The creators of this series did exceptional work.
Συναντήθηκα με τον δημιουργό του παιχνιδιού χθες.
Вчера я встретился с создателем игры. · I met the creator of the game yesterday.