δημιουργικός
[ðimioʊrˈʝikos]прилагательноеB1
Значения
1
творческий, креативный
creative · δημιουργική σκέψη — творческое мышление
2
созидательный, созидающий
generative, productive · δημιουργική δύναμη — созидательная сила
Грамматика
мужской род
им.
δημιουργικός
вин.
δημιουργικό
род.
δημιουργικού
зват.
δημιουργικέ
женский род
им.
δημιουργική
вин.
δημιουργική
род.
δημιουργικής
зват.
δημιουργική
средний род
им.
δημιουργικό
вин.
δημιουργικό
род.
δημιουργικού
зват.
δημιουργικό
Примеры
Η δημιουργική διαδικασία απαιτεί υπομονή και εμπνεύσεις.
Творческий процесс требует терпения и вдохновения. · The creative process requires patience and inspiration.
Ο δημιουργικός σχεδιασμός είναι σημαντικός στην αρχιτεκτονική.
Креативный дизайн важен в архитектуре. · Creative design is important in architecture.
Έχουν δημιουργικές ιδέες για το νέο προγράμμα.
У них есть творческие идеи для новой программы. · They have creative ideas for the new program.
Η δημιουργική ενέργεια του καλλιτέχνη είναι εμφανής.
Созидательная энергия художника очевидна. · The artist's generative energy is evident.