Греческий словарь
с грамматикой

δηλώνω

[ðiˈlono]глаголA2

Значения

1
объявлять, заявлять, декларировать
declare, announce, state · δηλώνω την απόφασή μου — объявляю своё решение
2
регистрировать, вносить в реестр (налоги, доходы, имущество)
register, file, report (taxes, income, assets) · δηλώνω το εισόδημά μου — заявляю о своём доходе
3
свидетельствовать, выражать, проявлять
express, show, manifest · αυτό δηλώνει αγάπη — это выражает любовь

Грамматика

Настоящее время
εγώ
δηλώνω
εσύ
δηλώνεις
αυτός
δηλώνει
εμείς
δηλώνουμε
εσείς
δηλώνετε
αυτοί
δηλώνουν
Аорист
εγώ
δήλωσα
εσύ
δήλωσες
αυτός
δήλωσε
εμείς
δηλώσαμε
εσείς
δηλώσατε
αυτοί
δήλωσαν
Будущее
εγώ
θα δηλώσω
εσύ
θα δηλώσεις
αυτός
θα δηλώσει
εμείς
θα δηλώσουμε
εσείς
θα δηλώσετε
αυτοί
θα δηλώσουν

Примеры

Δήλωσα την παραίτησή μου χθες.
Вчера я объявил об уходе в отставку. · I announced my resignation yesterday.
Πρέπει να δηλώσεις τα έσοδά σου στο φόρο εισοδήματος.
Ты должен задекларировать свои доходы в налоговой. · You need to report your income to the tax authorities.
Αυτά τα έργα τέχνης δηλώνουν τη δυσαρέσκεια του καλλιτέχνη.
Эти художественные работы выражают недовольство художника. · These artworks express the artist's discontent.
Έχει δηλώσει ότι δεν θα συμμετάσχει στις εκλογές.
Он заявил, что не будет участвовать в выборах. · He has stated that he will not participate in the elections.