Греческий словарь
с грамматикой

δηλητηριάζω

[ðilitiˈrjazo]глаголB2

Значения

1
отравлять, травить ядом
to poison, to administer poison to · δηλητηριάζει το φίδι — змея травит ядом
2
отравлять (в переносном смысле), развращать
to poison (figuratively), to corrupt, to taint · δηλητηριάζει τη νεολαία — развращает молодёжь

Грамматика

Настоящее время
εγώ
δηλητηριάζω
εσύ
δηλητηριάζεις
αυτός
δηλητηριάζει
εμείς
δηλητηριάζουμε
εσείς
δηλητηριάζετε
αυτοί
δηλητηριάζουν
Аорист
εγώ
δηλητηρίασα
εσύ
δηλητηρίασες
αυτός
δηλητηρίασε
εμείς
δηλητηριάσαμε
εσείς
δηλητηριάσατε
αυτοί
δηλητηρίασαν
Будущее
εγώ
θα δηλητηριάσω
εσύ
θα δηλητηριάσεις
αυτός
θα δηλητηριάσει
εμείς
θα δηλητηριάσουμε
εσείς
θα δηλητηριάσετε
αυτοί
θα δηλητηριάσουν

Примеры

Το φίδι δηλητηριάζει το θύμα με το δηλητήριό του.
Змея отравляет жертву своим ядом. · The snake poisons its victim with its venom.
Οι κακές επιρροές δηλητηριάζουν το πνεύμα των παιδιών.
Плохие влияния развращают детские умы. · Bad influences corrupt the minds of children.
Αυτές οι ιδέες δηλητηρίασαν την κοινωνία για δεκαετίες.
Эти идеи отравляли общество десятилетиями. · Those ideas poisoned society for decades.
Δεν θέλω να δηλητηριάσω τα παιδιά με ψεύδη.
Я не хочу развращать детей ложью. · I don't want to poison the children with lies.