Греческий словарь
с грамматикой

δηλητηριάζομαι

[ðiliti̯iˈazome]глаголB2

Значения

1
отравляться, быть отравленным
to be poisoned, to get poisoned · δηλητηριάστηκε από το φάρμακο — отравилась лекарством
2
испытывать отвращение, ненависть к кому-л./чему-л.
to feel disgust or hatred towards, to be sickened by · δηλητηριάζεται από την αδικία — испытывает отвращение к несправедливости

Грамматика

Настоящее время
εγώ
δηλητηριάζομαι
εσύ
δηλητηριάζεσαι
αυτός
δηλητηριάζεται
εμείς
δηλητηριαζόμαστε
εσείς
δηλητηριάζεστε
αυτοί
δηλητηριάζονται
Аорист
εγώ
δηλητηριάστηκα
εσύ
δηλητηριάστηκες
αυτός
δηλητηριάστηκε
εμείς
δηλητηριαστήκαμε
εσείς
δηλητηριαστήκατε
αυτοί
δηλητηριάστηκαν
Будущее
εγώ
θα δηλητηριαστώ
εσύ
θα δηλητηριαστείς
αυτός
θα δηλητηριαστεί
εμείς
θα δηλητηριαστούμε
εσείς
θα δηλητηριαστείτε
αυτοί
θα δηλητηριαστούν

Примеры

Ο ασθενής δηλητηριάστηκε από τα μανιτάρια.
Пациент отравился грибами. · The patient was poisoned by the mushrooms.
Δηλητηριάζεται από την υποκρισία των άλλων.
Её отвращает лицемерие других людей. · She is sickened by the hypocrisy of others.
Θα δηλητηριαστώ αν πιω αυτό το νερό.
Я отравлюсь, если выпью эту воду. · I will be poisoned if I drink that water.
Οι εργάτες δηλητηριάστηκαν από τις τοξικές ουσίες.
Рабочие отравились токсичными веществами. · The workers were poisoned by toxic substances.