Греческий словарь
с грамматикой

δηλητήριο

[ðiliˈtirio]существительноеτο · средний родB1

Значения

1
яд, токсин
poison, toxin · θανάσιμο δηλητήριο — смертельный яд
2
вредное, губительное влияние
harmful, corrupting influence · δηλητήριο για τη ψυχή — яд для души

Грамматика

Ед. ч.
им.
το δηλητήριο
вин.
το δηλητήριο
род.
του δηλητηρίου
зват.
δηλητήριο
Мн. ч.
им.
τα δηλητήρια
вин.
τα δηλητήρια
род.
των δηλητηρίων
зват.
δηλητήρια

Примеры

Το δηλητήριο του φιδιού είναι πολύ επικίνδυνο.
Яд змеи очень опасен. · The snake's poison is very dangerous.
Κατάπιε δηλητήριο και πέθανε αμέσως.
Он проглотил яд и тут же умер. · He swallowed poison and died immediately.
Τα δηλητήρια αυτών των φυτών προκαλούν σοβαρές ασθένειες.
Токсины этих растений вызывают серьёзные заболевания. · The toxins of these plants cause serious illnesses.
Η τηλεόραση είναι δηλητήριο για τα παιδιά.
Телевизор — это яд для детей. · Television is poison for children.