δευτερόλεπτο
[ðefterˈolepто]существительноеτο · средний родA1
Значения
1
секунда (единица времени)
second (unit of time) · ένα δευτερόλεπτο — одна секунда
Грамматика
Ед. ч.
им.
το δευτερόλεπτο
вин.
το δευτερόλεπτο
род.
του δευτερολέπτου
зват.
δευτερόλεπτο
Мн. ч.
им.
τα δευτερόλεπτα
вин.
τα δευτερόλεπτα
род.
των δευτερολέπτων
зват.
δευτερόλεπτα
Примеры
Περίμενε μόνο ένα δευτερόλεπτο.
Подожди всего одну секунду. · Wait just one second.
Τέσσερα δευτερόλεπτα και τερμάτισε.
Четыре секунды — и финишировал. · Four seconds and he finished.
Το χρονόμετρο δείχνει τριάντα δευτερόλεπτα.
Секундомер показывает тридцать секунд. · The stopwatch shows thirty seconds.