Греческий словарь
с грамматикой

δευτεροβάθμιος

[ðefteroˈvaθmios]прилагательноеB1

Значения

1
средний (об образовании, школе)
secondary (of education, school) · δευτεροβάθμια εκπαίδευση — среднее образование
2
второстепенный, подчинённый
secondary, subordinate · δευτεροβάθμια σημασία — второстепенное значение

Грамматика

мужской род
им.
δευτεροβάθμιος
вин.
δευτεροβάθμιο
род.
δευτεροβάθμιου
зват.
δευτεροβάθμιε
женский род
им.
δευτεροβάθμια
вин.
δευτεροβάθμια
род.
δευτεροβάθμιας
зват.
δευτεροβάθμια
средний род
им.
δευτεροβάθμιο
вин.
δευτεροβάθμιο
род.
δευτεροβάθμιου
зват.
δευτεροβάθμιο

Примеры

Τα δευτεροβάθμια σχολεία είναι για παιδιά δώδεκα έως δεκαοκτώ ετών.
Средние школы предназначены для детей от двенадцати до восемнадцати лет. · Secondary schools are for children aged twelve to eighteen.
Αυτή είναι δευτεροβάθμια προτεραιότητα για την κυβέρνηση.
Это второстепенный приоритет для правительства. · This is a secondary priority for the government.
Ο δευτεροβάθμιος ρόλος του σε αυτό το έργο δεν ήταν αμνησία.
Его подчинённая роль в этом проекте не прошла незамеченной. · His secondary role in this project was not overlooked.
Η δευτεροβάθμια εκπαίδευση διαρκεί τρία έως τέσσερα χρόνια.
Среднее образование длится три-четыре года. · Secondary education lasts three to four years.