Греческий словарь
с грамматикой

δευτερεύω

[ðeftɛˈrɛvo]глаголB2

Значения

1
быть вторым по значению, занимать второе место
to be secondary, to play a secondary role · η υγεία δευτερεύει — здоровье отходит на второй план
2
быть менее важным, уступать в значении
to be less important, to be subordinate · άλλα ζητήματα δευτερεύουν — другие вопросы менее важны

Грамматика

Настоящее время
εγώ
δευτερεύω
εσύ
δευτερεύεις
αυτός
δευτερεύει
εμείς
δευτερεύουμε
εσείς
δευτερεύετε
αυτοί
δευτερεύουν
Аорист
εγώ
δευτέρευσα
εσύ
δευτέρευσες
αυτός
δευτέρευσε
εμείς
δευτερεύσαμε
εσείς
δευτερεύσατε
αυτοί
δευτέρευσαν
Будущее
εγώ
θα δευτερεύσω
εσύ
θα δευτερεύσεις
αυτός
θα δευτερεύσει
εμείς
θα δευτερεύσουμε
εσείς
θα δευτερεύσετε
αυτοί
θα δευτερεύσουν

Примеры

Τα οικονομικά ζητήματα δευτερεύουν σήμερα.
Экономические вопросы сегодня отходят на второй план. · Economic issues are secondary today.
Η προσωπική ζωή του δευτερεύει στη σταδιοδρομία του.
Его личная жизнь уступает по значению его карьере. · His personal life takes a back seat to his career.
Αυτά τα προβλήματα δευτέρευσαν μετά τη νέα κρίση.
Эти проблемы отошли на второй план после нового кризиса. · These problems became secondary after the new crisis.