Греческий словарь
с грамматикой

δεσμεύω

[ðezˈmevo]глаголB2

Значения

1
связывать, скреплять, удерживать
to bind, to tie up, to restrain · δεσμεύω τα χέρια — связываю руки
2
обязывать, налагать обязательство
to obligate, to commit, to bind by agreement · δεσμεύω τον εαυτό μου — обязываю себя
3
занимать, захватывать (внимание, средства)
to occupy, to tie up, to engage · δεσμεύει πολλά κεφάλαια — занимает много капитала

Грамматика

Настоящее время
εγώ
δεσμεύω
εσύ
δεσμεύεις
αυτός
δεσμεύει
εμείς
δεσμεύουμε
εσείς
δεσμεύετε
αυτοί
δεσμεύουν
Аорист
εγώ
δέσμευσα
εσύ
δέσμευσες
αυτός
δέσμευσε
εμείς
δεσμεύσαμε
εσείς
δεσμεύσατε
αυτοί
δέσμευσαν
Будущее
εγώ
θα δεσμεύσω
εσύ
θα δεσμεύσεις
αυτός
θα δεσμεύσει
εμείς
θα δεσμεύσουμε
εσείς
θα δεσμεύσετε
αυτοί
θα δεσμεύσουν

Примеры

Οι αστυνομικοί δέσμευσαν τον ύποπτο με χειροπέδες.
Полицейские скрутили подозреваемого наручниками. · The police officers restrained the suspect with handcuffs.
Δεσμεύομαι να ολοκληρώσω το έργο στην ώρα του.
Я обязываюсь завершить работу вовремя. · I commit to finishing the work on time.
Αυτό το έργο δεσμεύει πολλούς πόρους της εταιρείας.
Этот проект занимает много ресурсов компании. · This project ties up many company resources.
Ο συμβόλαιο δεσμεύει και τα δύο μέρη νομικά.
Контракт юридически обязывает обе стороны. · The contract legally binds both parties.