δερματολόγος
[ðermatoˈloɣos]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
дерматолог, врач-специалист по болезням кожи
dermatologist, doctor specializing in skin diseases · γιατρός για το δέρμα — врач для кожи
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο δερματολόγος
вин.
τον δερματολόγο
род.
του δερματολόγου
зват.
δερματολόγε
Мн. ч.
им.
οι δερματολόγοι
вин.
τους δερματολόγους
род.
των δερματολόγων
зват.
δερματολόγοι
Примеры
Πήγα στον δερματολόγο για τη δερματίτιδά μου.
Я пошёл к дерматологу по поводу моего дерматита. · I went to the dermatologist about my dermatitis.
Ο δερματολόγος συνιστά αυτή την κρέμα για τον κνησμό.
Дерматолог рекомендует этот крем от зуда. · The dermatologist recommends this cream for the itching.
Θα δούμε τους δερματολόγους αύριο για συμβουλές.
Мы встретимся с дерматологами завтра для консультаций. · We'll see the dermatologists tomorrow for advice.