δερματολογία
[ðermatoloˈʝia]существительноеη · женский родC1
Значения
1
дерматология (раздел медицины, изучающий кожу и её заболевания)
dermatology (medical specialty dealing with skin and skin diseases) · ο γιατρός της δερματολογίας — врач-дерматолог
Грамматика
Ед. ч.
им.
η δερματολογία
вин.
την δερματολογία
род.
της δερματολογίας
зват.
δερματολογία
Мн. ч.
им.
οι δερματολογίες
вин.
τις δερματολογίες
род.
των δερματολογιών
зват.
δερματολογίες
Примеры
Η δερματολογία είναι ένα σημαντικό πεδίο της ιατρικής.
Дерматология — важная область медицины. · Dermatology is an important field of medicine.
Πήγα στον ειδικό της δερματολογίας για το πρόβλημά μου.
Я пошёл к дерматологу из-за моей проблемы с кожей. · I went to a dermatology specialist for my skin problem.
Στη δερματολογία μελετώνται οι ασθένειες του δέρματος.
В дерматологии изучаются заболевания кожи. · In dermatology, skin diseases are studied.