Греческий словарь
с грамматикой

δεξιόχειρας

[ðeˈksjoçiras]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
правша
right-handed person · άνθρωπος που γράφει με τα δεξιά — человек, который пишет правой рукой

Грамматика

Ед. ч.
им.
o δεξιόχειρας
вин.
το δεξιόχειρα
род.
του δεξιόχειρα
зват.
δεξιόχειρα
Мн. ч.
им.
οι δεξιόχειρες
вин.
τους δεξιόχειρες
род.
των δεξιόχειρων
зват.
δεξιόχειρες

Примеры

Ο δεξιόχειρας κρατά το στυλό με τα δεξιά.
Правша держит ручку правой рукой. · The right-handed person holds the pen with his right hand.
Όλοι οι δεξιόχειρες του γυμναστηρίου είχαν πλεονέκτημα.
Все правши в спортзале имели преимущество. · All the right-handed people in the gym had an advantage.
Είναι δεξιόχειρας, ενώ ο αδελφός του είναι αριστερόχειρας.
Он правша, тогда как его брат левша. · He is right-handed, whereas his brother is left-handed.