δεξιότητα
[ðeksiˈota]существительноеη · женский родB1
Значения
1
ловкость, умение, мастерство
skill, dexterity, proficiency · δεξιότητα στο ζωγραφικό — мастерство в живописи
2
способность, одарённость
ability, aptitude, talent · δεξιότητα για τα μαθηματικά — способность к математике
Грамматика
Ед. ч.
им.
η δεξιότητα
вин.
τη δεξιότητα
род.
της δεξιότητας
зват.
δεξιότητα
Мн. ч.
им.
οι δεξιότητες
вин.
τις δεξιότητες
род.
των δεξιοτήτων
зват.
δεξιότητες
Примеры
Η δεξιότητα του τενίστα εντυπωσίασε όλους.
Мастерство теннисиста впечатлило всех. · The tennis player's skill impressed everyone.
Χρειάζεται δεξιότητα για να φτιάξεις έπιπλα.
Нужно мастерство, чтобы делать мебель. · You need skill to make furniture.
Οι δεξιότητες επικοινωνίας είναι σημαντικές.
Навыки общения очень важны. · Communication skills are important.
Αποκτά δεξιότητες μέσω της πρακτικής.
Он развивает навыки через практику. · He develops abilities through practice.