Греческий словарь
с грамматикой

δελεάζω

[ðeleˈazo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
прельщать, соблазнять, привлекать чем-либо приятным
to tempt, to entice, to lure with something appealing · δελεάζει με γλυκά — соблазняет меня сладостями
2
приманивать (животное)
to bait, to lure (an animal) · δελεάζει το ψάρι με σκολόπενδρα — приманивает рыбу червями

Грамматика

Настоящее время
εγώ
δελεάζω
εσύ
δελεάζεις
αυτός
δελεάζει
εμείς
δελεάζουμε
εσείς
δελεάζετε
αυτοί
δελεάζουν
Аорист
εγώ
δελέασα
εσύ
δελέασες
αυτός
δελέασε
εμείς
δελεάσαμε
εσείς
δελεάσατε
αυτοί
δελέασαν
Будущее
εγώ
θα δελεάσω
εσύ
θα δελεάσεις
αυτός
θα δελεάσει
εμείς
θα δελεάσουμε
εσείς
θα δελεάσετε
αυτοί
θα δελεάσουν

Примеры

Η διαφήμιση δελεάζει τους καταναλωτές με χαμηλές τιμές.
Реклама прельщает потребителей низкими ценами. · The advertisement tempts consumers with low prices.
Το άρωμα του ψωμιού δελέασε τα παιδιά στην κουζίνα.
Запах хлеба соблазнил детей на кухне. · The smell of bread lured the children into the kitchen.
Οι ψαράδες δελεάζουν τα ψάρια με σκολόπενδρες.
Рыбаки приманивают рыбу червями. · Fishermen bait the fish with worms.
Μην αφήσεις να σε δελεάσουν εύκολα από τα σχέδιά σου.
Не позволяй себя легко соблазнить и отвлечься от своих планов. · Don't let yourself be easily tempted away from your plans.