δεισιδαιμονία
[ðisiðemoˈnia]существительноеη · женский родC1
Значения
1
суеверие, религиозный страх, боязнь богов
superstition, religious fear, fear of the divine · πίστη στα επικίνδυνα οιωνός — вера в опасные предзнаменования
2
чрезмерная набожность, фанатизм
excessive piety, religious fanaticism · υπερβολική θρησκευτική δεισιδαιμονία — чрезмерная религиозная суеверность
Грамматика
Ед. ч.
им.
η δεισιδαιμονία
вин.
την δεισιδαιμονία
род.
της δεισιδαιμονίας
зват.
δεισιδαιμονία
Мн. ч.
им.
οι δεισιδαιμονίες
вин.
τις δεισιδαιμονίες
род.
των δεισιδαιμονιών
зват.
δεισιδαιμονίες
Примеры
Η δεισιδαιμονία ήταν διαδεδομένη στην αρχαία Ελλάδα.
Суеверие было распространено в Древней Греции. · Superstition was widespread in ancient Greece.
Πολλοί άνθρωποι δεν μπορούν να ξεφύγουν από τις δεισιδαιμονίες τους.
Многие люди не могут избежать своих суеверий. · Many people cannot escape their superstitions.
Η δεισιδαιμονία είναι μια μορφή παραλογισμού.
Суеверие — это форма иррациональности. · Superstition is a form of irrationality.