Греческий словарь
с грамматикой

δεινότητα

[ðiˈnotita]существительноеη · женский родC1

Значения

1
искусность, мастерство; ловкость в речи или действии
skill, dexterity, cleverness; rhetorical or practical ability · η δεινότητα του ρήτορα — красноречие оратора
2
опасность, беда, несчастье (архаичное или поэтическое значение)
peril, calamity, wretchedness (archaic or poetic) · σε δεινότητες — в беде

Грамматика

Ед. ч.
им.
η δεινότητα
вин.
την δεινότητα
род.
της δεινότητας
зват.
δεινότητα
Мн. ч.
им.
οι δεινότητες
вин.
τις δεινότητες
род.
των δεινοτήτων
зват.
δεινότητες

Примеры

Η δεινότητα του συγγραφέα φαίνεται στην περιγραφή του τοπίου.
Мастерство писателя проявляется в описании пейзажа. · The writer's skill is evident in his landscape descriptions.
Με δεινότητα χειρίστηκε την δύσκολη κατάσταση.
Ловко справился с трудной ситуацией. · He deftly handled the difficult situation.
Οι δεινότητες της πολέμου περιγράφονται στο αρχαίο κείμενο.
Ужасы войны описываются в древнем тексте. · The horrors of war are described in the ancient text.