Греческий словарь
с грамматикой

δεινόσαυρος

[ðiˈnósavros]существительноеο · мужской родA2

Значения

1
динозавр
dinosaur · ένα προϊστορικό ζώο — доисторическое животное

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο δεινόσαυρος
вин.
τον δεινόσαυρο
род.
του δεινοσάυρου
зват.
δεινόσαυρε
Мн. ч.
им.
οι δεινόσαυροι
вин.
τους δεινοσάυρους
род.
των δεινοσάυρων
зват.
δεινόσαυροι

Примеры

Το παιδί αγαπά τους δεινοσάυρους.
Ребёнок любит динозавров. · The child loves dinosaurs.
Ο τυραννόσαυρος ήταν ένας μεγάλος δεινόσαυρος.
Тираннозавр был большим динозавром. · The Tyrannosaurus was a large dinosaur.
Στο μουσείο υπάρχουν οστά δεινοσάυρων.
В музее есть кости динозавров. · There are dinosaur bones in the museum.