Греческий словарь
с грамматикой

δειλιάζω

[ðiˈljazo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1

Значения

1
проявлять трусость, вести себя как трус
to act cowardly, to show cowardice · δειλιάζει μπροστά στο κίνδυνο — проявляет трусость перед опасностью
2
потерять мужество, упасть духом
to lose courage, to become disheartened · δειλιάζει και παραιτείται — теряет мужество и сдаётся

Грамматика

Настоящее время
εγώ
δειλιάζω
εσύ
δειλιάζεις
αυτός
δειλιάζει
εμείς
δειλιάζουμε
εσείς
δειλιάζετε
αυτοί
δειλιάζουν
Аорист
εγώ
δειλίασα
εσύ
δειλίασες
αυτός
δειλίασε
εμείς
δειλιάσαμε
εσείς
δειλιάσατε
αυτοί
δειλίασαν
Будущее
εγώ
θα δειλιάσω
εσύ
θα δειλιάσεις
αυτός
θα δειλιάσει
εμείς
θα δειλιάσουμε
εσείς
θα δειλιάσετε
αυτοί
θα δειλιάσουν

Примеры

Δεν πρέπει να δειλιάζεις μπροστά σε δυσκολίες.
Не должен ты проявлять трусость перед трудностями. · You shouldn't show cowardice in the face of difficulties.
Δειλίασε και δεν πήγε να υπερασπιστεί τα δικαιώματά του.
Потерял мужество и не пошёл защищать свои права. · He lost his nerve and didn't go to defend his rights.
Όταν δειλιάζεις, χάνεις τις καλύτερες ευκαιρίες.
Когда ты малодушествуешь, теряешь лучшие возможности. · When you lose heart, you miss the best opportunities.