δειλία
[ðiˈlia]существительноеη · женский родB1
Значения
1
трусость, малодушие
cowardice, lack of courage · η δειλία του στη μάχη — его трусость в бою
2
робость, застенчивость
timidity, shyness · δειλία να μιλήσει — робость говорить
Грамматика
Ед. ч.
им.
η δειλία
вин.
τη δειλία
род.
της δειλίας
зват.
δειλία
Мн. ч.
им.
οι δειλίες
вин.
τις δειλίες
род.
των δειλιών
зват.
δειλίες
Примеры
Η δειλία δεν είναι χαρακτηριστικό του ήρωα.
Трусость — не черта героя. · Cowardice is not a hero's characteristic.
Δεν πρέπει να υποκύψουμε στη δειλία μας.
Мы не должны поддаваться своей робости. · We must not give in to our timidity.
Η δειλίες του εμποδίζουν να ακολουθήσει τα όνειρά του.
Его страхи мешают ему осуществлять свои мечты. · His timidities prevent him from pursuing his dreams.