δείπνο
[ˈðipno]существительноеτο · средний родA1
Значения
1
ужин, ужинать
dinner, supper · το δείπνο είναι το βράδυ — ужин вечером
Грамматика
Ед. ч.
им.
το δείπνο
вин.
το δείπνο
род.
του δείπνου
зват.
δείπνο
Мн. ч.
им.
τα δείπνα
вин.
τα δείπνα
род.
των δείπνων
зват.
δείπνα
Примеры
Τι θα φάμε για δείπνο;
Что мы будем есть на ужин? · What shall we have for dinner?
Το δείπνο είναι έτοιμο.
Ужин готов. · Dinner is ready.
Προσκαλώ φίλους για δείπνο.
Я приглашаю друзей на ужин. · I am inviting friends to dinner.