Греческий словарь
с грамматикой

δαπανώ

[ðapaˈno]глаголгруппа Б1 (-άω/-ώ)B1

Значения

1
тратить (деньги)
spend (money) · δαπανώ χρήματα — трачу деньги
2
расходовать, израсходовать (ресурсы, энергию)
expend, use up (resources, energy) · δαπανώ ενέργεια — расходую энергию

Грамматика

Настоящее время
εγώ
δαπανώ
εσύ
δαπανάς
αυτός
δαπανά
εμείς
δαπανάμε
εσείς
δαπανάτε
αυτοί
δαπανάν
Аорист
εγώ
δαπάνησα
εσύ
δαπάνησες
αυτός
δαπάνησε
εμείς
δαπανήσαμε
εσείς
δαπανήσατε
αυτοί
δαπάνησαν
Будущее
εγώ
θα δαπανήσω
εσύ
θα δαπανήσεις
αυτός
θα δαπανήσει
εμείς
θα δαπανήσουμε
εσείς
θα δαπανήσετε
αυτοί
θα δαπανήσουν

Примеры

Δαπανώ πολλά χρήματα για τις διακοπές.
Я трачу много денег на отпуск. · I spend a lot of money on vacation.
Χθες δαπάνησε όλη την περιουσία του.
Вчера он потратил всё своё состояние. · Yesterday he spent his entire fortune.
Δεν θέλω να δαπανήσω άλλο χρόνο σε αυτό.
Я не хочу тратить больше времени на это. · I don't want to spend any more time on this.
Δαπανούσαν μεγάλα ποσά για τη διαφήμιση.
Они тратили большие суммы на рекламу. · They used to spend large amounts on advertising.