δανειστής
[ðaniˈstis]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
кредитор, заимодавец
creditor, lender · ο δανειστής δίνει χρήματα — кредитор дает деньги
Грамматика
Ед. ч.
им.
o δανειστής
вин.
το δανειστή
род.
του δανειστή
зват.
δανειστή
Мн. ч.
им.
οι δανειστές
вин.
τους δανειστές
род.
των δανειστών
зват.
δανειστές
Примеры
Ο δανειστής ζητά την επιστροφή του δανείου.
Кредитор требует возврата кредита. · The creditor demands repayment of the loan.
Οι δανειστές έθεσαν αυστηρές προϋποθέσεις.
Кредиторы установили жесткие условия. · The creditors imposed strict conditions.
Συμφώνησε με τον δανειστή για μια νέα διευθέτηση.
Он согласился с кредитором на новое урегулирование. · He agreed with the creditor on a new arrangement.