δανειολήπτης
[ðanjoˈliptis]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
заёмщик, должник
borrower, debtor · άτομο που δανείζεται χρήματα — человек, который берёт деньги в долг
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο δανειολήπτης
вин.
τον δανειολήπτη
род.
του δανειολήπτη
зват.
δανειολήπτη
Мн. ч.
им.
οι δανειολήπτες
вин.
τους δανειολήπτες
род.
των δανειολήπτων
зват.
δανειολήπτες
Примеры
Ο δανειολήπτης πρέπει να αποπληρώσει το δάνειο.
Заёмщик должен погасить кредит. · The borrower must repay the loan.
Οι δανειολήπτες δεν μπορούσαν να εξοφλήσουν τα χρέη τους.
Должники не могли погасить свои долги. · The debtors could not settle their debts.
Η τράπεζα απαιτεί εγγυητή από κάθε δανειολήπτη.
Банк требует поручителя от каждого заёмщика. · The bank requires a guarantor from every borrower.