Греческий словарь
с грамматикой

δανείζομαι

[ðaˈnizome]глаголB1

Значения

1
брать в долг, занимать (деньги или вещи)
to borrow (money or things) · δανείζομαι χρήματα από τον φίλο μου — занимаю деньги у своего друга
2
занимать в долг, одалживать (о том, кто даёт)
to lend, to loan out · δανείζομαι το αυτοκίνητό μου — одалживаю свою машину

Грамматика

Настоящее время
εγώ
δανείζομαι
εσύ
δανείζεσαι
αυτός
δανείζεται
εμείς
δανειζόμαστε
εσείς
δανείζεστε
αυτοί
δανείζονται
Аорист
εγώ
δανείστηκα
εσύ
δανειστήκες
αυτός
δανειστήκε
εμείς
δανειστήκαμε
εσείς
δανειστήκατε
αυτοί
δανειστήκαν
Будущее
εγώ
θα δανειστώ
εσύ
θα δανειστείς
αυτός
θα δανειστεί
εμείς
θα δανειστούμε
εσείς
θα δανειστείτε
αυτοί
θα δανειστούν

Примеры

Δανείζομαι χρήματα από την τράπεζα κάθε χρόνο.
Я беру деньги в долг в банке каждый год. · I borrow money from the bank every year.
Μπορώ να σου δανειστώ το ποδήλατό μου αύριο;
Могу ли я одолжить тебе мой велосипед завтра? · Can I lend you my bicycle tomorrow?
Δανειστήκαμε ένα σπίτι για τις διακοπές.
Мы взяли дом в аренду (на время) для отпуска. · We borrowed a house for the holidays.
Της δανείστηκα τα σημειώματα για το μάθημα.
Я одолжил ей свои записи для занятия. · I lent her my notes for class.