Греческий словарь
с грамматикой

δαμάσκηνο

[ðaˈmaskino]существительноеτο · средний родA2

Значения

1
слива (плод)
plum (the fruit) · το δαμάσκηνο είναι νόστιμο — слива вкусная
2
сливовое дерево
plum tree · ένα δαμάσκηνο στον κήπο — сливовое дерево в саду

Грамматика

Ед. ч.
им.
το δαμάσκηνο
вин.
το δαμάσκηνο
род.
του δαμάσκηνου
зват.
δαμάσκηνο
Мн. ч.
им.
τα δαμάσκηνα
вин.
τα δαμάσκηνα
род.
των δαμασκήνων
зват.
δαμάσκηνα

Примеры

Τα δαμάσκηνα είναι κόκκινα και γλυκά.
Сливы красные и сладкие. · The plums are red and sweet.
Αγοράσαμε δαμάσκηνα από την αγορά.
Мы купили сливы на базаре. · We bought plums at the market.
Το δαμάσκηνο ανθίζει την άνοιξη.
Сливовое дерево цветёт весной. · The plum tree blossoms in spring.