δαμάζω
[ðaˈmazo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2
Значения
1
укрощать, приручать (животное)
to tame (an animal) · δαμάζω ένα άλογο — укрощаю лошадь
2
подавлять, справляться (с чувством, желанием)
to overcome, master, suppress (a feeling, impulse) · δαμάζω την οργή μου — подавляю свой гнев
3
покорять, завоёвывать (противника, народ)
to conquer, subdue (an enemy, people) · δαμάζω τους εχθρούς — покоряю врагов
Грамматика
Настоящее время
εγώ
δαμάζω
εσύ
δαμάζεις
αυτός
δαμάζει
εμείς
δαμάζουμε
εσείς
δαμάζετε
αυτοί
δαμάζουν
Аорист
εγώ
δάμασα
εσύ
δάμασες
αυτός
δάμασε
εμείς
δαμάσαμε
εσείς
δαμάσατε
αυτοί
δάμασαν
Будущее
εγώ
θα δαμάσω
εσύ
θα δαμάσεις
αυτός
θα δαμάσει
εμείς
θα δαμάσουμε
εσείς
θα δαμάσετε
αυτοί
θα δαμάσουν
Примеры
Ο κομψάρχης δάμασε τους αγριοχοίρους της περιοχής.
Префект покорил дикие кабаны этого района. · The prefect subdued the wild boars of the region.
Προσπαθώ να δαμάσω την ανησυχία μου για το αύριο.
Пытаюсь подавить свою тревогу о будущем. · I'm trying to overcome my anxiety about tomorrow.
Οι ιππέες δαμάζουν τα άλογα εδώ και χρόνια.
Конюхи укрощают лошадей здесь многие годы. · The grooms have been taming the horses for years.