Греческий словарь
с грамматикой

δακτυλογραφία

[ðaktiloɣraˈfia]существительноеη · женский родB2

Значения

1
машинопись, печатание на пишущей машинке
typewriting, typing on a typewriter · η δακτυλογραφία ενός κειμένου — машинопись текста
2
печатание на клавиатуре, набор текста на компьютере
typing, keyboarding (on a computer) · γρήγορη δακτυλογραφία — быстрый набор текста

Грамматика

Ед. ч.
им.
η δακτυλογραφία
вин.
την δακτυλογραφία
род.
της δακτυλογραφίας
зват.
δακτυλογραφία
Мн. ч.
им.
οι δακτυλογραφίες
вин.
τις δακτυλογραφίες
род.
των δακτυλογραφιών
зват.
δακτυλογραφίες

Примеры

Η δακτυλογραφία είναι σημαντική δεξιότητα στη σύγχρονη εργασία.
Машинопись — важный навык в современной работе. · Typing is an important skill in modern work.
Έμαθε δακτυλογραφία στο σχολείο.
Он научился печатать в школе. · He learned typewriting at school.
Η ταχύτητα της δακτυλογραφίας του είναι εντυπωσιακή.
Скорость его набора текста впечатляет. · The speed of her typing is impressive.
Χρησιμοποιώ λογισμικό για τη δακτυλογραφία κειμένων.
Я использую программное обеспечение для набора текста. · I use software for typing documents.